Εφυαλωμένη κεραμική της Λαπήθου


Αιτητής:

Δήμος Λαπήθου

 

Ενδιαφερόμενες κοινότητες:

(σχετικοί φορείς και συνεχιστές του στοιχείου)

Λαπηθιώτες αγγειοπλάστες, Δήμος Λαπήθου, Πολιτιστικό Ίδρυμα Λαπήθου, Προσφυγικό Σωματείο «Η Λάπηθος», Σχολική Εφορεία Λαπήθου.

 

Πεδίο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς:

παραδοσιακές χειροτεχνίες

 

Έτος εγγραφής:

2016

 

Γεωγραφική κατανομή:

Η τέχνη της εφυαλωμένης κεραμικής, η οποία προέρχεται από το Βυζάντιο, εμφανίστηκε στην Πάφο και στη Λάπηθο κατά τον 14ο αιώνα μ.Χ. Στη Λάπηθο διατηρήθηκε διαχρονικά μέχρι τις μέρες μας ενώ στην Πάφο διήρκεσε για μια χρονική περίοδο λιγότερη από έναν αιώνα. Στο μεταξύ, εμφανίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην περιοχή της Έγκωμης της Αμμοχώστου. Η πρακτική της τέχνης στην Πάφο και στην Αμμόχωστο είχε την ίδια τύχη. Σήμερα, τα άτομα που ασχολούνται ακόμα με την εφυαλωμένη κεραμική είναι Λαπηθιώτες που προέρχονται κυρίως από παραδοσιακές οικογένειες αγγειοπλαστών της Λαπήθου, οι οποίοι, μετά τον αναγκαστικό εκτοπισμό τους από τη Λάπηθο το 1974, διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την Κύπρο και έστησαν τα εργαστήριά τους κοντά στους νέους χώρους διαμονής τους.

 

Σύντομη περιγραφή:

Διαχρονικά, η Λάπηθος κατέγραψε αξιοσημείωτη ιστορία στη τέχνη της κεραμικής, από τα κυπρογεωμετρικά χρόνια, με σημαντικό ορόσημο στην πορεία της τη Μεσαιωνική Περίοδο, στην οποία χρονολογούνται εγκαταστάσεις κεραμικών εργαστηρίων στα οποία γινόταν παραγωγή εφυαλωμένων αγγείων υψηλής ποιότητας, με ευφάνταστους χρωματισμούς και εξαιρετικό εγχάρακτο διάκοσμο. Στο θεματολόγιο της διακόσμησης κυριαρχούν τα φυτικά μοτίβα, ενώ καταγράφονται, επίσης, ανθρώπινες μορφές, οι οποίες αποδίδονται συνοπτικά χωρίς διαμορφωμένα χέρια, καθώς και πουλιά, θαυμαστά ενταγμένα στην κυκλική επιφάνεια του πυθμένα. Τα γεωμετρικά μοτίβα, σε άπειρους συνδυασμούς, αποτελούν άλλη μια κατηγορία θεμάτων που κοσμούν τα εγχάρακτα αγγεία της Λαπήθου, με καφεκίτρινο και πράσινο χρώμα.

Τα αγγεία κατασκευάζονταν από πηλό, τον οποίο παρασκεύαζαν από φυσικά υλικά της περιοχής (κατάλληλο χώμα και άφθονα νερά). Η ολοκλήρωση του αγγείου με την παρασκευή της αλοιφής, το υάλωμα (γυάλλωμαν) και το ψήσιμό του στον φούρνο γινόταν από τους ίδιους τους αγγειοπλάστες, όπως και η διάθεσή του στην κυπριακή αγορά. Η εξαιρετική ποιότητα του πηλού και της εφυάλωσης, με λεία και λαμπερή επιφάνεια είναι κάτι που κατά παράδοση απαντώνται μόνο στα λαπηθιώτικα εφυαλωμένα αγγεία, σε αντίθεση με αυτά άλλων περιοχών.

  

Αναλυτική περιγραφή:

Τα εφυαλωμένα αγγεία της Λαπήθου καθιερώθηκαν με την κοινή ονομασία αλειφτά αγγεία της Λαπήθου ή λαπηθιώτικα αλειφτά.  Είναι τα μοναδικά στεγανά αγγεία, τα οποία κατασκευάζονται μόνο στη Λάπηθο, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες περιοχές της Κύπρου, όπου παράγονται τα πορώδη αγγεία. Ανάλογα με τη χρήση τους είχαν και διάφορες ονομασίες: (μ)πότης (κανάτα) για φύλαξη και σερβίρισμα του πόσιμου νερού και του κρασιού, Κουρελλός (ή βάζος ή κούζος) για αποθήκευση προϊόντων όπως όσπρια, ελιές με την αλάρμη τους, χαλλούμια με τον νορό τους κ.ά.  Ο (μ)πότης είχε μια χειρολαβή, ενώ ο κουρελλός ως επί το πλείστον δύο, ενώ κάποτε είχε και τρεις.  Η κούππα και το πιάτο ήταν αντικείμενα καθημερινής χρήσης, τα οποία κατασκευάζονταν σε διάφορα μεγέθη. Άλλα αντικείμενα ήταν οι φίζες (σε ποικίλα μεγέθη, χρησιμοποιούνταν για αποθήκευση διαφόρων τροφίμων, ζάχαρης, αλατιού, γλυκών, γιαουρτιού, ξιδάτων κ.ά.). Το γιαούρτι συνήθως το πουλούσαν μέσα σε αλειφτές ξέβαθες φίζες τους λεγόμενους κκεσέδες ή κκιασέδες. Επίσης, πολύ διαδεδομένες ήταν οι πήλινες επιτραπέζιες φρουτιέρες και τα διακοσμητικά βάζα για λουλούδια.

Η πρώτη ύλη κατασκευής του αγγείου ήταν και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα ο πηλός, ο οποίος στην περίπτωση των λαπηθιώτικων αγγείων πρέπει να είναι πολύ καλής ποιότητας, απαλλαγμένος από ξένες ουσίες, κολλώδης και λεπτόκοκκος. Αυτό το είδος του πηλού, που συναντάται μόνο στη Λάπηθο, ονομάστηκε κουλιαστός από τον τρόπο επεξεργασίας του. Αρχικά, γινόταν ανάμιξη του χώματος με το νερό και στη συνέχεια το θολό νερό το διοχέτευαν σε συνεχόμενες στεγανές δεξαμενές, 5-7 τον αριθμό, αφήνοντάς το να κατακαθίσει στην προτελευταία. Ακολούθως, σε υγρή μορφή, έμπαινε στην τελευταία δεξαμενή για αποστράγγισμα για να μεταφερθεί αργότερα στους τόπους παραγωγής, στα αγγειοπλαστεία. Οι χώροι των δεξαμενών και της παραγωγής του πηλού ονομάζονταν Λαηνάδες.

Το επόμενο βήμα ήταν η κατασκευή του αγγείου από τον έμπειρο αγγειοπλάστη, ο οποίος με τη χρήση του ποδοκίνητου αγγειοπλαστικού τροχού, έπλαθε με τα χέρια του το αγγείο πάνω στην περιστρεφόμενη άνω βάση του τροχού. Το νωπό αγγείο, μετά από εξομάλυνση των επιφανειών του (εσωτερικά και εξωτερικά), παρέμενε κάποιες μέρες τοποθετημένο σε σανίδι για να στεγνώσει. Στη συνέχεια το βουτούσαν μέσα σε αραιό διάλυμα νερού με πολύ λεπτή σκόνη άσπρου χώματος, τον λεγόμενο πατανά. Ουσιαστικά, ο πατανάς ήταν λεπτό επίχρισμα που χρησίμευε ως βάση – αστάρι για τον ζωγραφικό διάκοσμο του αγγείου που θα ακολουθούσε. Στη συνέχεια, τα αγγεία στοιβάζονταν στο πάνω μέρος του καμινιού και ψήνονται για περίπου 12 ώρες.

Τα καμίνια (φούρνοι) ήταν κτισμένα δίπλα από τα αγγειοπλαστεία για πρακτικούς λόγους και ήταν διαχωρισμένα σε πάνω μέρος (το θολωτό) και σε κάτω μέρος (ο χώρος ανάμματος της φωτιάς). Τα δύο μέρη συγκοινωνούσαν μεταξύ τους με τρύπες ενώ το πύρωμα γινόταν με τον παραδοσιακό τρόπο της καύσης των ξύλων. Το πάνω μέρος μετά το γέμισμα έκλεινε με πηλό και τούβλα και ακολουθούσε το ψήσιμο των αγγείων το λεγόμενο καμίνιασμα. Αυτή η διαδικασία είχε και αρκετά μυστικά γι’ αυτό και χρειάζονταν οι έμπειροι καμιναράδες για να πετύχουν το ψήσιμο με τις όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες. Κατά το ψήσιμο, τα αγγεία στοιβάζονταν στο πάνω μέρος του καμινιού, στηριζόμενα με πήλινους τριποδίσκους, τα λεγόμενα πυρόδκια, για εξοικονόμηση χώρου και για να αποφεύγεται η συγκόλληση των αγγείων κατά τη διάρκεια του ψησίματος.

Μέχρι το σημείο αυτό, του πρώτου ψησίματος του αγγείου, σε μεγάλο βαθμό η διαδικασία προσομοίαζε και με άλλες περιοχές της Κύπρου όπου υπήρχε παραγωγή αγγείων. Η ιδιαιτερότητα των Λαπηθιώτικων αγγείων ξεκινούσε από το σημείο αυτό και έπειτα: ήταν η διαδικασία της εφυάλωσης ή το γυάλλωμαν, ακολουθούσε δεύτερο ψήσιμο και κατέληγε στο εφυαλωμένο αγγείο, κοινώς ονομαζόμενο αλειφτό. Το μυστικό στη διαδικασία ήταν η χρήση της αλοιφής, ενός υγρού παρασκευάσματος με το οποίο κάλυπταν ολόκληρη την εσωτερική επιφάνεια του αγγείου καθώς επίσης το στόμιο και το πάνω μέρος της εξωτερικής επιφάνειας. Τα γυαλωμένα αγγεία έμπαιναν στο καμίνι για δεύτερη φορά, για να ψηθεί η αλοιφή και να γίνει λεία και λαμπερή. Για να δώσουν χρώμα στο υάλωμα, προσέθεταν σε αυτό και άλλες ουσίες, όπως σκουριά από χαλκό για πράσινο, καλαγκάθι (θειικό σίδηρο) για έντονο κίτρινο και μίγμα από σκούρο μαύρο και κόκκινο χώμα για καφέ χρώμα.

Ακολουθούσε το δεύτερο ψήσιμο του αγγείου μέσα στο καμίνι με τον ίδιο τρόπο όπως και προηγουμένως. Η θερμοκρασία στο δεύτερο ψήσιμο έπρεπε να ανέλθει σταδιακά γύρω στους 1000 βαθμούς Κελσίου, γιατί αν έμενε κάτω από τους 950ο θα αποτύγχανε η εφυάλωση. Όταν η διαδικασία ήταν επιτυχημένη, η αλοιφή έλιωνε και όταν κρύωνε μετατρέπετο σε λεπτό στρώμα γυαλιού, το οποίο εξασφάλιζε τη στεγανότητα του αγγείου.

Εάν οι αγγειοπλάστες ήθελαν να διακοσμήσουν το αγγείο, μετά το πρώτο ψήσιμο και πριν από το αλείφωμα, έβαζαν τις πράσινοκίτρινες ραντίδες, το γράλιασμα από σκουριά χαλκού. Για τον σκοπό αυτό, η μπογιά σε σκόνη διαλύεται σε νερό και ραντίζεται (αντινάσσεται) με τα δάχτυλα. Έτσι σχηματίζονται ακανόνιστα σχήματα. Η διακόσμηση αυτή λεγόταν αντινακτή. Υπήρχε, όμως, και η τζιυλητή διακόσμηση, η οποία γινόταν χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα σαν πινέλο. Ο πρασινοκίτρινος διάκοσμος της τζιυλητής ή αντινακτής διακόσμησης προσδίδει τη χαρακτηριστική ταυτότητα του λαπηθιώτικου αλειφτού αγγείου.

Αρχές του 20ου αιώνα, κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, η κάθοδος των Μικρασιατών τεχνιτών αποτέλεσε σημαντικό ορόσημο στην πορεία της κεραμικής της Λαπήθου.  Ανατολίτες αγγειοπλάστες, εξαίρετοι τεχνίτες και πρωτομάστορες, εγκαταστάθηκαν και δούλεψαν στη Λάπηθο, μεταφέροντας μαζί τους και τα μυστικά της τέχνης τους,  τα οποία μετέδωσαν σταδιακά και στους ντόπιους τεχνίτες με τους οποίους συνεργάστηκαν. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής ήταν πολύ ωφέλιμο για τους ντόπιους αγγειοπλάστες, γιατί οι Ανατολίτες προέρχονταν από τα φημισμένα κεραμικά εργαστήρια της πατρίδα τους και κατείχαν πλήρως την υψηλού επιπέδου γνώση της πατροπαράδοτης τέχνης τους. Κατά την άφιξή τους στη Λάπηθο, οι Ανατολίτες δούλεψαν αρχικά στο φημισμένο αγγειοπλαστείο του Κώστα Χριστοδουλάκη, με αποτέλεσμα ο χώρος του αγγειοπλαστείου να μετατραπεί, ταυτόχρονα με την παραγωγή, και σε εκπαιδευτήριο νέων αγγειοπλαστών. 

Η αγγειοπλαστική τέχνη στη Λάπηθο ήταν βαθιά ριζωμένη στον τόπο και άρρηκτα συνδεδεμένη με τους κατοίκους. Κάποιοι τεχνίτες υπέγραφαν προσθέτοντας μετά το επώνυμό τους την ιδιότητα «Αγγειοπλάστης», γιατί το θεωρούσαν ιδιαίτερη τιμή. Η οικογένεια Κουππάρη πήρε το επίθετο από τους προγόνους της, αγγειοπλάστες που εξειδικεύονταν στην κατασκευή κουππών και πιάτων, όπως και άλλα παραδείγματα. Στο κέντρο της Λαπήθου η περιοχή όπου παρασκευαζόταν ο πηλός φέρει το τοπωνύμιο Λαηνάδες εγγεγραμμένο στους κτηματολογικούς χάρτες της κωμόπολης.

Η τέχνη της εφυαλωμένης κεραμικής μεταδίδεται μέχρι τις μέρες μας από τους μεγαλύτερους σε ηλικία, έμπειρους αγγειοπλάστες της Λαπήθου, οι οποίοι διδάσκουν τους νεότερους στα εργαστήριά τους. Η παραγωγή των αγγείων συνεχίζεται με τον παραδοσιακό τρόπο, με εξαίρεση το ψήσιμο σε ηλεκτρικούς φούρνους και τη χρήση εισαγόμενου πηλού. Ο αριθμός των γυναικών αγγειοπλαστριών έχει μειωθεί αισθητά και ακόμα και στα εργαστήρια όπου ασχολούνται με την κατασκευή αλειφτών αγγείων, ο ρόλος τους περιορίζεται στη διακόσμηση.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Δημητρίου, Ε. 1972-1974: «Η νεότερη αγγειοπλαστική της Λαπήθου» στο: Χρονικά της Λαπήθου, ττ. ΙΙ-ΙΙΙ, 11-55.

Δήμος Λαπήθου - Επιτροπή Τύπου και Εκδόσεων 2015: Γη της Λαπήθου, Λευκωσία.

Δήμος Λαπήθου - Προσφυγικό Σωματείο «Η Λάπηθος» 2000: Λάπηθος Ιμερόεσσα. 3000 χρόνια, Λευκωσία.

Iωνάς, Ι. 2001: Παραδοσιακά επαγγέλματα της Κύπρου, Λευκωσία: Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών XXXVII.

Παγκύπριος Οργανισμός Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς 1981: Λαϊκοί Τεχνίτες της Κύπρου, Λευκωσία: ΠΟΑΚ και Δήμος Λευκωσίας.

Κύρρης, Κ. (επιμ.), 1970: Χρονικά της Λαπήθου, Λευκωσία: Εκδόσεις Επιφανίου.

Λάμπρου, Ε., Ηγουμενίδου - Ριζοπούλου, Ε. 2005: Εξ οπτής γης. Ανιχνεύοντας τα παραδοσιακά αγγειοπλαστεία της Λευκωσίας, Λευκωσία: Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού.

Μπακιρτζή - Παπανικόλα, Δ. 1996: Μεσαιωνική Εφυαλωμένη Κεραμική της Κύπρου. Tα εργαστήρια Πάφου και Λαπήθου, Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Ιδρύματος Α.Γ. Λεβέντη.

Μπακιρτζή – Παπανικόλα, Δ., Ιακώβου, Μ. (επιμ.) 2007: Βυζαντινή Μεσαιωνική Κύπρος, Λευκωσία: Πολιτιστικό Ίδρυμα Τράπεζας Κύπρου.

Παπαδημητρίου, Ε. 2005: Νεότερη Εφυαλωμένη Κεραμική της Κύπρου. Τα εργαστήρια Λαπήθου, Λευκωσία: Εν Τύποις.

Ταρσούλη,  Α. 1955: Η Κύπρος, τ. 1, Αθήνα: Άλφα.

Φωκαίδης, Φ. 1982: Λάπηθος ιστορία και παράδοση, Λευκωσία: Δήμος Κερύνειας.

Gjerstad, E., Lindros, J., Sjoqvist, E., Westholm, A. 1934: The Swedish Cyprus Expedition: Finds and results of the Excavations in Cyprus 1927-1931 (Stockholm 1934).

Ohnefalsch-Richter, M. H.1913: Ελληνικά Ήθη και Έθιμα στην Κύπρο, Άννα Μαραγκού (μετάφραση), Λευκωσία: Πολιτιστικό Κέντρο Λαϊκής Τράπεζας 1994.

Taylor, Ι., Megaw, A.H.S. 1949: “Cypriot Medieval Glazed Pottery” (Report of the Department of Antiquities).

 

Δείτε περισσότερες πληροφορίες στο βίντεο Λάπηθος: Μνήμες Αγγειοπλαστών.

 

Επικοινωνία:

Δήμος Λαπήθου

Τηλέφωνο: 22427733

Φαξ: 22427731

Email: demos@lapithos.org.cy

 

 


Φωτογραφικό Αρχείο

Αλειφτά αγγεία - σετ τσαγιού (δεκαετία 1950)
Βάζοι αλειφτοί
Εφυαλωμένο ποτήρι, αντίγραφο πρωτότυπου αγγείου του 15ου αιώνα
Ο Λαπηθιώτης αγγειοπλάστης Χαράλαμπος Χατζηχαραλάμπους
Παραδοσιακή βαθιά κούπα αλειφτή