Λαπηθιώτικα μαχαίρια - τσιακκούθκια


Αιτητής:

Δήμος Λαπήθου

Ενδιαφερόμενες κοινότητες (σχετικοί φορείς και συνεχιστές του στοιχείου):

Η Λάπηθος παραμένει μέχρι σήμερα η μόνη περιοχή της Κύπρου που παρουσιάζει το στοιχείο, ενώ κατά τα παλαιότερα χρόνια περιορισμένο αριθμό μαχαιροποιών συναντούσαμε ανάμεσα στους σιδηρουργούς – κωμοδρόμους σε ολόκληρη την Κύπρο. Παραδοσιακά όμως η Λάπηθος κρατούσε τα σκήπτρα της παραγωγής ανέκαθεν, τόσο ποιοτικά, όσο και ποσοτικά πάνω σε επαγγελματική και εμπορική βάση και διαχρονικά. Την προσπάθεια του Δήμου Λαπήθου για διάσωση, διάδοση, προώθηση και προστασία του στοιχείου, συνδράμουν και στηρίζουν όλοι οι οργανωμένοι φορείς της κωμόπολης, όπως είναι το Πολιτιστικό Ίδρυμα Λαπήθου, το Προσφυγικό Σωματείο «Η ΛΑΠΗΘΟΣ», η Σχολική Εφορεία Λαπήθου, καθώς επίσης παλιοί και νέοι παραδοσιακοί τεχνίτες που κατέχουν τα μυστικά και τις γνώσεις γύρω από το στοιχείο. Όλοι οι φορείς συνεργάζονται άψογα μεταξύ τους, πραγματοποιώντας εκθέσεις, παρουσιάσεις, προβολές, διαλέξεις, καταγραφή στοιχείων και εκδόσεις, με κύρια επιδίωξη να κρατήσουμε ζωντανή αυτή την παραδοσιακή μας τέχνη που μας τιμά ιδιαίτερα.

Πεδίο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς:

Παραδοσιακές χειροτεχνίες

Έτος εγγραφής:

2017

Γεωγραφική κατανομή:

Το στοιχείο επιβιώνει κυρίως όπου υπάρχουν εγκατεστημένοι Λαπηθιώτες πρόσφυγες.

Η γεωγραφική θέση της Λαπήθου είναι στα βόρεια παράλια της Κύπρου, δεκατρία χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας. Η κατοικημένη περιοχή εκτείνεται από τα παράλια μέχρι τους πρόποδες του Πενταδακτύλου. Σήμερα (μετά το 1974) η προσωρινή έδρα του Δήμου Λαπήθου και των Οργανωμένων Συνόλων βρίσκεται στη Λευκωσία, στην οδό Προδρόμου 36, 2063 Στρόβολος, ενώ οι Λαπηθιώτες δημότες κατοικούν διασκορπισμένοι σ΄ ολόκληρη την Κύπρο και στο εξωτερικό, κυρίως σε όλες τις μεγάλες πόλεις της Κύπρου (Λευκωσία, Λεμεσό, Λάρνακα και Πάφο) καθώς και σε διάφορα χωριά της υπαίθρου, όπως η Επισκοπή και η Αγία Φύλα Λεμεσού, τα Μαντριά Πάφου, το Μάμμαρι Λευκωσίας και αλλού.

Σύντομη περιγραφή:

Το Λαπηθιώτικο μαχαίρι, καθώς και το τσιακούδι, είναι χειροποίητες κατασκευές που αποτελούνται από δύο βασικά μέρη, το μεταλλικό μέρος, την λεπίδα (κουρτέλλα), η οποία είναι κατασκευασμένη κυρίως από ατσάλι, και τη χειρολαβή, η οποία είναι κατασκευασμένη από ξύλο, κόκκαλο βοδιού ή κέρατο κριαριού, αναλόγως.

Και για τα δύο είδη, μαχαίρι και τσιακούδι, ακολουθείται η ίδια κατασκευαστική διαδικασία και χρησιμοποιούνται τα ίδια υλικά, υπάρχει όμως μια βασική και σημαντική διαφορά. Το μεν μαχαίρι είναι ολόσωμο με σταθερό σχήμα, ενώ το τσιακούδι είναι μαχαίρι πτυκτό ή διπλωνόμενο, ιδανικό και ασφαλές για να μεταφέρεται στην τσέπη και στην τσάντα.

Τα υλικά της χειρολαβής είναι εγχώριας προέλευσης, ενώ το ατσάλι είναι βιομηχανοποιημένο και εισάγεται ακατέργαστο από το εξωτερικό. Μπορεί ακόμη να εξασφαλιστεί από ατσαλένια μέρη παλαιών μηχανημάτων και αυτοκινήτων. Τα οχήματα της «LAND ROVER» φημίζονται για τα εξαιρετικής ποιότητας ατσαλένια συστήματα ανάρτησής τους, τα γνωστά «φέρσα», τα οποία γνωρίζουν πολύ καλά οι Λαπηθιώτες μαχαιροποιοί και τα αξιοποιούν. Η χειρολαβή στο τσιακούδι είναι κατασκευασμένη αποκλειστικά και μόνο από το κέρατο του κριαριού, λόγω της μεγαλύτερης ελαστικότητας που παρουσιάζει κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας του υλικού.

Το Λαπηθιώτικο τσιακούδι έχει τρεις ονομασίες στην τοπική διάλεκτο, τσιάκκα για το μεγάλου μεγέθους, τσιακκί για το μέτριου μεγέθους, που ήταν και το πιο συνηθισμένο, και τσιακκούδι ή τσιακκούι για το μικρότερο.

Τα Λαπηθιώτικα μαχαίρια, ανάλογα με τη χρήση (π.χ. για επαγγελματικούς σκοπούς κυρίως από χασάπηδες και βοσκούς), είχαν διάφορες ονομασίες: χασαπομάχαιρα για σφάξιμο και γδάρσιμο των ζώων, ππάλες και μπαλτάδες για κομμάτιασμα του κρέατος κ.λ.π., ενώ για τις οικιακές ανάγκες συναντούμε τους μπαλτάδες και τα μαχαίρια της κουζίνας καθώς επίσης και τα μικρότερα σε μέγεθος επιτραπέζια μαχαίρια.

Τα τσιακκούθκια ανοιγμένα είχαν συνήθως μήκος από 12 έως 20 εκατοστά, ενώ τα μαχαίρια από 15 έως 30 εκατοστά. Οι ππάλες μπορούσαν να φτάσουν μέχρι τα 40 εκατοστά, με τη διαφορά ότι ήταν πολύ πιο βαριές.

Οι χειρολαβές, στη μέσα πλευρά είχαν κυματοειδές σχήμα, αντίστοιχο με τα δάκτυλα του χεριού, για σταθερό κράτημα, και στο πίσω μέρος μεγαλύτερο άνοιγμα σε σχήμα «V» για να μην γλιστράει το χέρι αυτού που το χρησιμοποιούσε.

Στην πλατιά μεριά της λεπίδας, κυρίως στα χασαπομάχαιρα και στις τσιάκκες, υπήρχε κατά μήκος βαθούλωμα, προφανώς για εισδοχή αέρα μέσα στο σώμα του ζώου κατά την ώρα της σφαγής και για να είναι πιο αποτελεσματικό.

Αναλυτική περιγραφή:

Φαίνεται ότι η ιστορία κατασκευής των Λαπηθιώτικων μαχαιριών ανάγεται σε βάθος χρόνου, πολλούς αιώνες πριν, σε εποχές από τις οποίες δεν έχουμε αναφορές σε γραπτές πηγές, υπάρχουν όμως τα τεκμήρια.

Μαχαίρια, λόγχες, ξίφη και τόσα άλλα σιδηρουργικά κατασκευάσματα (κυρίως πολεμικού χαρακτήρα) βρέθηκαν ως κτερίσματα σε τάφους διάφορων εποχών στη Λάπηθο και κοσμούν σήμερα αρχαιολογικά μουσεία της Κύπρου και του εξωτερικού. Τα τεκμήρια των αρχαιολογικών ανασκαφών είναι πάρα πολλά, βρίσκονται σε άριστη κατάσταση και προσφέρονται για έρευνα και μελέτη. Ωστόσο, χρήσιμες και πολύτιμες πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε και από μια σειρά νεωτέρων συγγραμμάτων, τα οποία έχουμε στη διάθεση μας.

Η εικόνα που παρουσιάζεται μέσα από την καταγραφή και περιγραφή των ευρημάτων από τους αρχαίους τάφους της Λαπήθου είναι αξιοθαύμαστη λόγω του αριθμού της ποικιλίας και του αριθμού των ευρημάτων. Η ιστορία μας οδηγεί σε παρελθόν μεγαλύτερο των τριών χιλιετιών, όπως τεκμηριώνεται από τις ανασκαφές της Σουηδικής Αρχαιολογικής Αποστολής των ετών 1927-1931 (Einar Gjerstad, John Lindros, Erik Sjoqvist, Alfred Westholm, 1934-1937. The Swedish Cyprus Expedition. Finds and results of the excavations in Cyprus 1927-1931 (SCE), volume I-III, Stockholm).

Ο σιδηρουργός ο οποίος ασχολείτο πιο εξειδικευμένα με τη μαχαιροποιία, στη καθημερινή γλώσσα των κατοίκων ονομαζόταν πιτσιακσιής και όπως αναφέρεται και στο βιβλίο Παραδοσιακά επαγγέλματα των Κυπρίων (Ιωνάς 2001, σελίδα 260) «οι καλύτεροι πιτσιακσιήδες και γενικά όπως έχει ήδη σημειωθεί, οι καλύτεροι κωμοδρόμοι της Κύπρου ήταν αυτοί της Λαπήθου». Η ονομασία πιτσιακσιής (τουρκικά bıçakçι) ανάγεται στην εποχή της Τουρκοκρατίας και προέρχεται από την τουρκική λέξη bıçak, η οποία σημαίνει μαχαίρι. Η λέξη τσιακκί επίσης έχει τουρκική ρίζα.

Η Λάπηθος, ως το μεγαλύτερο πολυεργαστηριακό κέντρο τεχνών της Κύπρου, είχε τη σιδηρουργική τέχνη (και ειδικότερα τη μαχαιροποιία) ως μία από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες τέχνες που αναπτύχθηκαν στην κωμόπολη από αρχαιοτάτων χρόνων. Η τεχνική, τα υλικά κατασκευής και η διαδικασία επεξεργασίας και κατασκευής εξακολουθούν να είναι τα ίδια μέχρι σήμερα.

Παλαιότερα οι σιδεράδες, γνωστοί ως κωμοδρόμοι, έφτιαχναν όλα τα είδη της σιδηρουργικής τέχνης, στην πορεία όμως κάποιοι εξειδικεύτηκαν σε συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως οι πιτσιακσιήδες στη μαχαιροποιία και οι κωμοδρόμοι στην κατασκευή των ζυγιστικών εργαλείων, όπως καντάρια, πιλάντζες, ζύθκια κ.λ.π. Η κατασκευή του γνωστού δρεπανιού παρέμεινε κυρίως στην κατηγορία των μαχαιροποιών, αφού η κατασκευή του και τα υλικά που χρησιμοποιούνται προσομοιάζουν πολύ με την κατασκευή του μαχαιριού.

Όπως έχουμε αναφέρει προηγουμένως, ο μαχαιροποιός-πιτσιακσιής χρησιμοποιούσε ως υλικά κατασκευής των μαχαιριών του το ακατέργαστο ατσάλι (κυρίως σε λάμες διαφόρων διαμετρημάτων), με το οποίο κατασκεύαζε το μεταλλικό μέρος του μαχαιριού, και το ξύλο μαζί με το κέρατο του κριαριού και το κόκκαλο (κυρίως βοδιού) για τη χειρολαβή.

Απαραίτητα εργαλεία εξοπλισμού του εργαστηρίου, για τη διαδικασία της κατασκευής, ήταν το  φουτζιάκκιν, η εστία με αναμμένα κάρβουνα, στην οποία ο τεχνίτης έπρεπε να θερμάνει το μέταλλο μέχρι να κοκκινίσει και να μαλακώσει. Βοηθητικό μέρος αυτής της προσπάθειας ήταν το δερμάτινο «φυσερό», με τον αέρα του οποίου κοκκίνιζαν περισσότερο τα κάρβουνα, αυξάνοντας τη θερμοκρασία στο μέγιστο δυνατό. Ακολούθως, ο τεχνίτης χρησιμοποιώντας σιδερένια λαβίδα, μασιά και εντρέγκιν, μεταλλικό σίδηρο μήκους περίπου ενός μέτρου, μετέφερε το πυρακτωμένο ατσάλι πάνω στο αμόνι, το οποίο ήταν από συμπαγές ατσάλι με μεγάλη επίπεδη επιφάνεια. Χρησιμοποιώντας ένα δυνατό και βαρύ σφυρί, τη μάτσα, ή και ελαφρότερα σφυριά, κτυπούσε ασταμάτητα και δυνατά το πυρακτωμένο σίδερο πάνω στην επίπεδη επιφάνεια του αμονιού μέχρι να κρυώσει, προσπαθώντας ταυτόχρονα να του δώσει το επιθυμητό σχήμα, ανάλογα με το είδους του μαχαιριού που ήθελε να κατασκευάσει.

Αυτή η διαδικασία που ονομαζόταν λιπασιά, μπορούσε να επαναληφθεί αρκετές φορές μέχρι να διαπιστώσει ο τεχνίτης ότι τόσο το πάχος του μετάλλου όσο και το σχήμα του, πήραν τις επιθυμητές γι’ αυτόν διαστάσεις. Στην τελευταία φάση της πυράκτωσης ο μαχαιροποιός χρησιμοποιούσε τη γούρνα με το νερό ταυτόχρονα με λάδι ή σαπούνι για να πετύχει την απότομη μείωση της θερμοκρασίας του μετάλλου και να το καταστήσει, κυρίως στην πλευρά της κόψης, πιο σκληρό και ανθεκτικό (επιτύχανε με αυτό τον τρόπο την μοριακή σταθεροποίηση του μετάλλου). Η διαδικασία αυτή ονομαζόταν «βάψιμο της κοπής» στην καθομιλουμένη γλώσσα των λαϊκών τεχνιτών. Αρκετοί παλιοί τεχνίτες μέχρι τις μέρες μας ερμηνεύουν τη διαδικασία της λιπασιάς ως την ειδικευμένη προσπάθεια του σιδηρουργού να επενδύσει ένα μαλακό μέταλλο (εργαλείο) με ατσάλι στην θέση της αιχμής ή της κοπής του, δηλαδή να τα συνενώσει.  Πάντως, η διαδικασία δεν διαφέρει καθόλου από τον γενικό τρόπο πυράκτωσης του μετάλλου.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Λαπηθιώτες μαχαιροποιοί, πέραν του ότι θεωρούνταν οι καλύτεροι κωμοδρόμοι της Κύπρου, είχαν αναγάγει ειδικά τη διαδικασία του βαψίματος του μετάλλου σε επιστήμη και τους παραδέχονταν οι πάντες. Όπως έλεγαν χαρακτηριστικά οι χρήστες των αντικειμένων: «τα Λαπηθιώτικα μασιέρκα, οι ππάλες τζιαι τα δρεπάνια ήταν πραγματικά ξιουράφκια τζιαι δεν ήθελαν κόνισμα». Ακολούθως, με τη λίμα και τη ράσπα ακόνιζαν το τελειωμένο αντικείμενο γιατί πλέον πλησίαζε στην τελική του μορφή.

Η χειρολαβή, αν θα ήταν ξύλινη, ομαλοποιείτο με τη ράσπα και τον σβανά, έπαιρνε σχήμα και πάχος έτσι ώστε να προσαρμόζεται εύκολα στο χέρι και να μην γλιστράει, και τοποθετείτο στο πίσω άκρο του μαχαιριού, για να καρφωθεί πάνω στη ήδη τελειωμένη μεταλλική λάμα, τη γνωστή κουρτέλλα του μαχαιριού. Η σύνδεση γινόταν με το κάρφωμα συνηθισμένων καρφιών, κτυπώντας τα και στις δύο πλευρές – το γνωστό πρόκκωμα των καρφιών.

Αν η χειρολαβή θα κατασκευαζόταν από κόκκαλο ή κέρατο, τότε με τη βοήθεια ελαφριάς φωτιάς με κάρβουνα, αφού μαλάκωνε, με το κοφτήρι και τη ράσπα έδιναν την τελική μορφή του σχήματος της χειρολαβής και την κάρφωναν όπως και προηγουμένως πάνω στο μεταλλικό μέρος.

Η κατασκευή του τσιακκιού απαιτούσε μεγαλύτερη μαεστρία και επιδεξιότητα, γιατί έπρεπε τα δύο μέρη να συνδέονται στο μέσον και να έχουν τη δυνατότητα να ανοιγοκλείνουν. Σ’ αυτή την περίπτωση, η κοφτερή πλευρά του μεταλλικού μέρους έπρεπε κλείνοντας να εισχωρεί μέσα στο αντίστοιχο χάραγμα, που ανοιγόταν προηγουμένως πάνω στη χειρολαβή.

Από το γεγονός ότι η χειρολαβή, η οποία στην καθομιλουμένη ονομάζεται μανίτζιην, είχε χρώμα άσπρο από το κόκκαλο ή χρώμα μαύρο από το κέρατο, στο τραγούδι του λαϊκού ποιητή αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Μαχαίρι ασπρομάνικο….Μαχαίρι μαυρομάνικο…».

Ο κόσμος ζητά το παραδοσιακό μαχαίρι και το προμηθεύεται από τους κατασκευαστές του, για διάφορους λόγους. Πρώτα απ’ όλα για φύλαξη στο σπίτι σαν ενθύμιο για καθαρά ιστορικούς, παραδοσιακούς και συναισθηματικούς λόγους, αφού μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες ήταν το μοναδικό διαθέσιμο είδος για καθημερινή  οικιακή ή επαγγελματική χρήση. Σήμερα, όσοι το χρησιμοποιούν, και δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν το αποχωρίζονται, το προτιμούν για την πρακτική του χρήση, την ασφάλεια και την ευκολία που παρέχει κατά τη μεταφορά του, αλλά και για τον μοναδικό τρόπο κοπής του (αιχμηρό και κοφτερό). Σε περίπτωση αδράνειας (το γνωστό κούτσωμα), επαναφέρεται εύκολα στην αρχική του κατάσταση με ακόνισμα της λεπίδας του.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Α.Π.Ο. Λαπήθου - Κώστας Κύρρης (1970) Χρονικά της Λαπήθου, Λευκωσία.

Δήμος Λαπήθου-Προσφυγικό Σωματείο «Η ΛΑΠΗΘΟΣ» (2000) Λάπηθος Ιμερόεσσα 3000 χρόνια, Λευκωσία.

Δήμος Λαπήθου-Επιτροπή Τύπου και Εκδόσεων, (2015) Γη της Λαπήθου Λευκωσία.

Μυριβήλη, Σ. Εντυπώσεις. Λάπηθος το μυροβόλο χωριό της Κύπρου (Εκδόσεις Εστία 1952) αναδημοσίευση στο βιβλίο Ιωάννης Τσαγγαρίδης Το ημερολόγιο ενός Στρατηγού  Κ. Δαφνή (Εστία 1987).

Ιωνάς, Ι. (2001) Παραδοσιακά επαγγέλματα της Κύπρου. Δημοσιεύματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών ΧΧΧVII: Λευκωσία

Κάνθος, Θ, (1981) Λαϊκοί Τεχνίτες της Κύπρου» Παγκύπριος Οργανισμός Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς/Δήμος Λευκωσίας.

Φραγκούδης, Γ. Σ., (1901) Ο ριζοσπάστης [Κυπριακή Έκθεσις – Πανελλήνιοι Αγώνες, Ο Πατριωτικός Σύνδεσμος των Κυπρίων] Εν Αθήναις, σελ. 79-84.

Φωκαίδης, Φ. (1982) Λάπηθος ιστορία και παράδοση, Λευκωσία.

Einar Gjerstad et al. (1934-1937) The Swedish Cyprus Expedition. Finds and results of the excavations in Cyprus 1927-1931 (SCE), volume I-III, Stockholm).

Levoi Gourhan (A) (1943-1945) Evolution et technologie. I.L’homme et la matiere, II. Milieu et techniques, Paris.

Salvator (L., Archiduc of Austria) (1881) Lefkosia, The Capital of Cyprus. London.

 

Επικοινωνία:

Νεοπτόλεμος Κότσαπας

Πρόεδρος ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΛΑΠΗΘΟΥ

Διεύθυνση:  Προδρόμου 36, 2063 Λευκωσία

Τηλέφωνο: 99621264

Email: demos@lapithos.org.cy

 

Δημήτρης Μηνά

Πρόεδρος ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ  «Η ΛΑΠΗΘΟΣ»

Διεύθυνση:  Προδρόμου 36, 2063 Λευκωσία

Τηλέφωνο: 99609670

Email: demos@lapithos.org.cy


Φωτογραφικό Αρχείο

Lapithiotika Machairia
Photo (EN/GR) (Template) *****
Photo (EN/GR) (Template) *****
Photo (EN/GR) (Template) *****